ΠΟΛΙΤΙΚΗ: ΔΟΥΛΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΜΕ ΥΠΕΡΠΡΟΝΟΜΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΜΕ ΥΠΕΡΠΡΟΝΟΜΙΑ

Το νεότερο κρούσμα χυδαιότητας του βουλευτή Ανδρέα Θεμιστοκλέους δεν θα είναι το τελευταίο. Ούτε ο Θεμιστοκλέους είναι ο μοναδικός πολιτικός που συμπεριφέρεται με ανάρμοστο και απρεπή τρόπο. Ούτε και θα είναι ο τελευταίος. Με ανάλογη βεβαιότητα μπορεί λεχθεί ότι οι συνάδελφοι του κάθε Θεμιστοκλέους θα συνεχίσουν να αντιδρούν μόνο με λόγια στις διάφορες παρεκτροπές. Η επόμενη ηθική ή δεοντολογική εκτροπή πάλι θα περάσει ατιμώρητη.

Δεν δουλεύει έτσι όμως η δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν θέτει περιορισμούς κατά την είσοδο κάποιου στον δημόσιο βίο ούτως ώστε να έχουν όλοι οι πολίτες ίσες ευκαιρίες. Όποιος γουστάρει θέτει υποψηφιότητα. Αυτό όμως θα έπρεπε να ισχύει νοουμένου ότι όσοι εκλεγούν βρίσκονται υπό κάποιον έλεγχο. Διαφορετικά καταλήγουμε στην ασυδοσία της εξουσίας που βλέπουμε σήμερα. Η δικαιολογία ότι ο λαός με την ψήφο του ανταμείβει ή τιμωρεί είναι μια υπεραπλούστευση που θεωρεί την κάλπη σαν πλυντήριο που όλα τα ξεπλένει.

Σίγουρα ο λαός δεν είναι άμοιρος ευθυνών αφού ψηφίζει και ξαναψηφίζει περιπτώσεις όπως τον Θεμιστοκλέους, αλλά δεν είναι και δουλειά του να κρατά λογαριασμό. Ευθύνη για την ατιμωρησία έχει το πολιτικό σύστημα, οι υπόλοιποι εκλεγμένοι. Στην εκπαίδευση αν ένας μαθητής επιδεικνύει κατά συρροή προβληματική συμπεριφορά, θα δει τη διαγωγή του να υποβαθμίζεται από κοσμιοτάτη, σε κοσμία, σε καλή, σε επίμεμπτη, σε κακή, με τις ανάλογες επιπτώσεις. Αν ένας μαθητής συμπληρώσει ένα αριθμό αδικαιολόγητων απουσιών, θα χάσει τη χρονιά. Αν ένας βουλευτής δεν πατήσει το πόδι του στη Βουλή για πέντε χρόνια, καμία απολύτως επίπτωση θα έχει. Θα συνεχίσει να πληρώνεται κανονικά.

Αφού λοιπόν κατά τη διάρκεια της θητείας ενός εκλεγμένου προσώπου δεν υπάρχει έλεγχος και τιμωρία, πρέπει να μελετήσουμε το ενδεχόμενο να τεθούν κάποιοι, ελάχιστοι, περιορισμοί κατά την είσοδο στην πολιτική αρένα. Να σκεφτούμε την υιοθέτηση στοιχειωδών τουλάχιστον προσόντων για να δικαιούται κάποιος να θέσει υποψηφιότητα. Δεν θα θεραπεύσει τη νόσο, αλλά θα επιφέρει μια κάποια εκλογίκευση των πραγμάτων.

Σήμερα, ένας απλός πολίτης για να προσληφθεί λειτουργός στο υπουργείο Εσωτερικών (θέση πρώτου διορισμού, κλίμακας Α8), πρέπει να διαθέτει πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλο ή ισότιμο προσόν και πολύ καλή γνώση της ελληνικής και της αγγλικής, ή της γαλλικής ή της γερμανικής γλώσσας. Ένας δασικός λειτουργός του Τμήματος Δασών, κλίμακας Α5, πρέπει να διαθέτει δίπλωμα του Δασικού Κολλεγίου Κύπρου ή άλλο ισότιμο προσόν, ακεραιότητα χαρακτήρα, υπευθυνότητα, πρωτοβουλία και ευθυκρισία (δεν ξέρω γιατί δεν ισχύει και για το υπουργείο Εσωτερικών αυτό το προσόν), πολύ καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας και καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας.

Για να θέσει όμως κάποιος υποψηφιότητα για βουλευτής χρειάζεται απλώς να έχει συμπληρώσει τα 21 έτη (χωρίς κανένα ανώτατο όριο), να είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας, «να μην έχει καταδικασθεί για αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητας ή να μην έχει στερηθεί της εκλογιμότητας κατόπιν αποφάσεως αρμόδιου δικαστηρίου λόγω οποιουδήποτε εκλογικού αδικήματος», και να μην πάσχει «εκ διανοητικής νόσου καθιστώσης αυτό ανίκανον να ασκήσει τα καθήκοντά του ως βουλευτού». Δεν απαιτείται πτυχίο –όχι πανεπιστημίου, ούτε καν λυκείου– ούτε κάποια ξένη γλώσσα. Ασχέτως εάν κατά τη θητεία του θα συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια στο εξωτερικό.

Ας σταθούμε, όμως, στο «προσόν» τού να μην πάσχει «εκ διανοητικής νόσου καθιστώσης αυτό ανίκανον να ασκήσει τα καθήκοντά του». Πώς το ελέγχουμε αυτό; Απλούστατα, δεν το ελέγχουμε, γιατί οι υποψήφιοι δεν υποβάλλονται σε καμία εξέταση. Εγκρίνονται απλώς από το κόμμα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για έναν απλό πολίτη που θέλει να γίνει αστυνομικός, για παράδειγμα. Για να φορέσει τη στολή πρέπει να περάσει από ψυχομετρικές εξετάσεις. Πρόκειται για εξετάσεις γνωστικών ικανοτήτων και προσωπικότητας. Με τις γνωστικές ικανότητες διαπιστώνεται ο βαθμός στον οποίο ο υποψήφιος κατέχει τις αναγκαίες γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούνται για την εξάσκηση του επαγγέλματος. Η εξέταση προσωπικότητας εντοπίζει τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ατόμου για να διαφανεί η καταλληλότητά του για πρόσληψη στην Αστυνομία.

Η χυδαιότητα του Θεμιστοκλέους είναι το ακραίο σύμπτωμα ενός πολιτικού συστήματος που ασθενεί βαρύτατα με τη νόσο της ασυδοσίας. Το σύνταγμα και οι νόμοι του κράτους σταδιακά από το 1960 έχουν φροντίσει ώστε οι πολιτικοί μας να αποτελούν μια κάστα που απολαμβάνει αδιανόητα προνόμια έναντι των απλών πολιτών, χωρίς να υπακούν σε κανέναν ηθικό περιορισμό.

Tο άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Η Καθημερινή“.