Νέα στοιχεία για τη δολοφονία του Ρότζερ Ντέιβις, στις 19 Αυγούστου 1974, οδηγούν σε μια άγνωστη μέχρι σήμερα πτυχή των δραματικών ημερών που ακολούθησαν την πτώση της χούντας στην Ελλάδα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
Στις 19 Αυγούστου 1974, ο Αμερικανός πρέσβης στη Λευκωσία Ρότζερ Ντέιβις έπεσε νεκρός μέσα στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Μαζί του σκοτώθηκε η Κύπρια υπάλληλος της πρεσβείας Αντουανέτα Βαρνάβα. Ένοπλοι είχαν ανοίξει πυρ, μέσα από μια αντιαμερικανική διαδήλωση που εξελίχθηκε σε χάος. Για περισσότερο από μισό αιώνα, το έγκλημα παρέμεινε ουσιαστικά ανεξιχνίαστο.
Η λησμονημένη σύγκρουση
Η έρευνα που παρουσιάζεται στο βιβλίο «Η Αόρατη Συνωμοσία» επανεξετάζει μαρτυρίες, αστυνομικές έρευνες, δικαστικά πρακτικά, βαλλιστικά ευρήματα, ελληνικά και αμερικανικά έγγραφα και καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, ιατροδικαστών και άλλων ειδικών. Τα στοιχεία οδηγούν σε μια, σχεδόν λησμονημένη, σύγκρουση που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη: την προσπάθεια της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή να ξηλώσει τον μηχανισμό εξουσίας που εξακολουθούσε να ελέγχει ο Δημήτριος Ιωαννίδης μετά την πτώση της δικτατορίας. Και σε μια διαταγή που, σύμφωνα με επώνυμη μαρτυρία, δόθηκε έξω από την αμερικανική πρεσβεία: «Βαράτε τους».
Στις 19 Αυγούστου, την ώρα που οι διαδηλωτές συγκεντρώνονταν στη Λευκωσία για να πορευθούν προς την αμερικανική πρεσβεία, στην Αθήνα βρισκόταν σε εξέλιξη ένα τολμηρό πολιτικό εγχείρημα: ο Καραμανλής επιχειρούσε να θέσει οριστικό τέλος στην επιρροή που εξακολουθούσε να διαθέτει ο μηχανισμός Ιωαννίδη. Η χούντα είχε καταρρεύσει. Ο μηχανισμός της, όμως, όχι. Στη διάρκεια της δικατορίας, ο Ιωαννίδης είχε δημιουργήσει ένα δίκτυο που δεν περιοριζόταν στους πιστούς του αξιωματικούς στον στρατό, την αστυνομία και την ΚΥΠ, αλλά εκτεινόταν σε χιλιάδες πρώην στρατονόμους της ΕΣΑ, οι οποίοι μετά την απόλυσή τους συνέχιζαν οργανωμένα να λειτουργούν ως τα μάτια και τα αυτιά του σε δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις. Κατά τη Μεταπολίτευση, μέρος του μηχανισμού χρησιμοποιήθηκε για διείσδυση σε διαδηλώσεις και πρόκληση επεισοδίων που θα δημιουργούσαν κλίμα αστάθειας. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ προειδοποιούσε ότι ο μηχανισμός αυτό δεν θα δίσταζε να προκαλέσει ακόμη και αιματηρά επεισόδια.
Ο Καραμανλής γνώριζε τον κίνδυνο. Το ίδιο και ο Γλαύκος Κληρίδης στην Κύπρο, ο οποίος είχε αναλάβει μετά την κατάρρευση του πραξικοπηματικού καθεστώτος στο νησί. Μια άμεση και δραστική εκκαθάριση μπορούσε να προκαλέσει τη βίαιη αντίδραση ανθρώπων που ναι μεν είχαν χάσει την εξουσία, αλλά εξακολουθούσαν να κρατούν όπλα. Στις 2 Αυγούστου ο Καραμανλής έθεσε τον Ιωαννίδη σε διαθεσιμότητα και άρχισε να απομακρύνει ανθρώπους του. Στις 6 Αυγούστου η διαδικασία άρχισε και στην Κύπρο. Μία ημέρα αργότερα, όταν ο Κληρίδης απομάκρυνε τους υπουργούς της κυβέρνησης Σαμψών, άνδρες της ΕΟΚΑ Β΄ και έφεδροι αξιωματικοί προκάλεσαν ένα μίνι πραξικόπημα, καταλαμβάνοντας κυβερνητικά κτίρια και τα λιμάνια Λάρνακας και Λεμεσού. Στις 11 Αυγούστου η σύγκρουση πλησίαζε ένα οριακό σημείο. Ο Καραμανλής πληροφορήθηκε ότι, δυνάμεις ελεγχόμενες από τον Ιωαννίδη σχεδίαζαν πραξικόπημα για το ίδιο βράδυ και απαίτησε από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να μετακινήσει συγκεκριμένες μονάδες από την Αττική ή να παραιτηθεί. Παρά τις αντιδράσεις του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριου Μπονάνου και του αρχηγού του στρατού ξηράς Ανδρέα Γαλατσάνου, ο Καραμαλής επιβλήθηκε.
Τρεις ημέρες αργότερα ξεκινούσε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής και όλα πέρασαν, προσωρινά, σε δεύτερη μοίρα.
Η ελληνική ΚΥΠ
Στο μεταξύ, στη Λευκωσία, η ελληνική ΚΥΠ είχε ήδη βάλει τον Ρότζερ Ντέιβις στο μικροσκόπιο της από την πρώτη μέρα που πάτησε το πόδι του στο νησί και είχε μυστική συνάντηση με Έλληνα διπλωμάτη, που υπηρετούσε στην Κύπρο και το όνομα του οι Αμερικανοί ακόμη διατηρούν απόρρητο. Με τον σταθμό της ελληνικής ΚΥΠ στη Λευκωσία να βρίσκεται πλησίον της πρεσβείας των ΗΠΑ, ο Ντέιβις έπεσε και θύμα μυστικών φωτογραφήσεων. Την παραμονή της τουρκικής εισβολής, η Μονάδα Πληροφοριών είχε προειδοποιήσει την ηγεσία του ΓΕΕΦ για κινήσεις τουρκικών πλοίων. Το ΓΕΕΦ ήταν όμως καθησυχαστικό, επικαλούμενο διαβεβαιώσεις του Αμερικανού πρέσβη ότι επρόκειτο για επίδειξη ισχύος. Δεν γνωρίζουμε εάν ο Ντέιβις έδωσε πράγματι τέτοια διαβεβαίωση. Στους χουντικούς κύκλους στην Κύπρο, όμως, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι τους είχε παραπλανήσει.
Κύμα αντιαμερικανισμού
Το μέγεθος της καταστροφής της τουρκικής επέλεσης και η στάση των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας είχε προκαλέσει, μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις, ένα κύμα αντιαμερικανισμού, το οποίο προστέθηκε στον ψίθυρο που διέδιδαν οι άνθρωποι του Ιωαννίδη ότι, οι Ηνωμένες Πολιτείες τον είχαν εξαπατήσει, διαβεβαιώνοντάς τον ότι η Τουρκία δεν θα αντιδρούσε στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Μετά τη δεύτερη φάση της εισβολής, σύμφωνα με τον τότε Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα Χένρι Τάσκα, οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν πληροφορίες ότι στην ΕΟΚΑ Β΄ είχε γίνει συζήτηση για το εάν στόχος έπρεπε να γίνει ο ίδιος ή ο Ντέιβις. Ο Τάσκα ζήτησε αυξημένη προστασία στην Αθήνα. Στη Λευκωσία δεν φαίνεται να συνέβη το ίδιο. Η Κύπρος, άλλωστε, βρισκόταν σε απόλυτο χάος. Και αυτό ακριβώς το χάος δημιουργούσε τις ιδανικές συνθήκες για ένα χτύπημα που δύσκολα θα μπορούσε αργότερα να διαχωριστεί από την ανεξέλεγκτη βία στους δρόμους.
Το βράδυ της 18ης Αυγούστου, η Αθήνα έζησε ακόμη μία βίαιη διαδήλωση. Στο Σύνταγμα ολοκληρωνόταν η απεργία πείνας περίπου 70 Κυπρίων φοιτητών. Στην κινητοποίηση που ακολούθησε παρεισέφρησαν στοιχεία της χούντας και προκάλεσαν επεισόδια. Η αστυνομία συνέλαβε 23 άτομα, αλλά πολύ γρήγορα οι 19 αφέθηκαν ελεύθεροι: οι περισσότεροι ήταν πρώην στρατονόμοι ή άνδρες της ΚΥΠ με πολιτικά. Η κυβέρνηση απέδωσε τα επεισόδια σε «υπόπτους ρόλους που επιχειρούν να παίξουν ακόμα τα υπολείμματα της δικτατορίας». Την ίδια ώρα, άνθρωποι κοντά στον Ιωαννίδη στην Αθήνα είχαν πληροφορηθεί ότι, την επομένη θα πραγματοποιούνταν στη Λευκωσία διαδήλωση έξω από την αμερικανική πρεσβεί και προειδοποιούσαν:«Θα δείτε τι θα γίνει αύριο στην Κύπρο».
Δύο διαφορετικές ιστορίες
Το πρωί της Δευτέρας, 19 Αυγούστου, δύο διαφορετικές ιστορίες άρχισαν να εξελίσσονται παράλληλα σε Ελλάδα και Κύπρο. Στις 09:30, ενώ οι διαδηλωτές συγκεντρώνονταν στο κέντρο της Λευκωσίας, στην Αθήνα ξεκινούσε η απομάκρυνση του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Μπονάνου, του αρχηγού Στρατού Γαλατσάνου και τεσσάρων αντιστράτηγων. Ο Καραμανλής θα απομάκρυνε το σημαντικότερο τμήμα του μηχανισμού Ιωαννίδη που παρέμενε ακόμη μέσα στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Στις 11:00 οι Μπονάνος και Γαλατσάνος πληροφορήθηκαν ότι αποστρατεύονταν άμεσα. Μία ώρα αργότερα, στη Λευκωσία, συνέβη κάτι που μέχρι σήμερα παρέμενε σχεδόν άγνωστο. Σύμφωνα με επώνυμες μαρτυρίες, μια διμοιρία ενόπλων με στρατιωτικές στολές βγήκε αιφνιδιαστικά από το στρατόπεδο «Α. Παναγίδης», το οποίο γειτνίαζε με την αμερικανική πρεσβεία και βρισκόταν και ο σταθμός της ελληνικής ΚΥΠ. Ο Κύπριος λοχαγός της Εθνικής Φρουράς Τάκης Τσαγγάρης, που τους είδε, παρατήρησε ότι κάτι δεν ταίριαζε: «Δεν πιστεύω ότι ήταν κανονικοί στρατιώτες», είπε στην κατάθεση του στο δικαστήριο στη δίκη για τη δολοφονία του πρέσβη, για την οποία δεν καταδικάστηκε κανείς. Η ομάδα τελούσε υπό τις διαταγές ταγματάρχη από την Ελλάδα, αναπτύχθηκε νοτίως της πρεσβείας και πήρε θέσεις βολής. Μερικοί άνδρες τοποθετήθηκαν γύρω από την υπό ανέγερση πολυκατοικία «Αλπάν», η οποία «έβλεπε» το γραφείο του πρέσβη στον πρώτο όροφο της πρεσβείας. Άλλοι πήραν θέσεις μέσα στην πολυκατοικία.
Όταν πήραν τις θέσεις τους, ο επικεφαλής αξιωματικός έδωσε τη διαταγή: «Βαράτε τους». Ο αξιωματικός ήταν ο ταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος των ΛΟΚ, τον οποίο ο Δημήτριος Ιωαννίδης είχε στείλει προσωπικά στην Κύπρο την παραμονή του πραξικοπήματος για να αναλάβει τη διοίκηση του αεροδρομίου Λευκωσίας. Κατά την τουρκική εισβολή, ο Παπαδόπουλος είχε πολεμήσει στο αεροδρόμιο επικεφαλής 40 καταδρομέων και μιας διμοιρίας εφέδρων ανθυπολοχαγών και ενόπλων πολιτών. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Γιαννάκης Κτηματίας, ο οποίος θα κατηγορούνταν το 1977 για τη δολοφονία Ντέιβις και τελικά θα απαλλασσόταν. Η ύπαρξη και η δράση αυτής της διμοιρίας παρέμειναν άγνωστες.
Το 1977, ο φωτορεπόρτερ του Associated Press Τάκης Ιωαννίδης επρόκειτο να καταθέσει στη δίκη και είχε συμπεριλάβει στην κατάθεση στην αστυνομία τη μαρτυρία για τη διαταγή του Ελλαδίτη αξιωματικού. Λίγο πριν εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου, συζητούσε με τους δημόσιους κατήγορους στον διάδρομο. Εκεί βρισκόταν και ο Κύπριος ταξίαρχος Γεώργιος Αζίνας. Όταν άκουσε την αναφορά του φωτορεπόρτερ στη διαταγή του Ελλαδίτη αξιωματικού αντέδρασε: «Για όνομα του Θεού. Θα τα τινάξετε όλα στον αέρα. Αφαιρέστε αυτή την αναφορά». Το 1974 ο Αζίνας ήταν ο αξιωματικός που είχε τεθεί επικεφαλής της στρατιωτικής δύναμης που στάλθηκε για την ενίσχυση της ασφάλειας της πρεσβείας όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί.
Τεκμήρια και αντιφάσεις
Όλα αυτά είναι ύποπτα, αλλά δεν αποτελούν τεκμήριο ή απόδειξη δολοφονίας. Η ισχυρότερη απόδειξη βρισκόταν αλλού. Μέσα στο χάος των αντιφατικών μαρτυριών, των παραλείψεων και των περίεργων χειρισμών που ακολούθησαν τη δολοφονία, υπήρχε ένα τεκμήριο πολύ δυσκολότερο να αμφισβητηθεί: η βαλλιστική εξέταση. Από το εσωτερικό της πρεσβείας παραδόθηκαν στην κυπριακή αστυνομία τέσσερις βολίδες και δύο θραύσματα. Έξω από την πολυκατοικία Αλπάν βρέθηκαν 67 κάλυκες και ακόμη ένας σε σκαλωσιά στο ύψος του δεύτερου ορόφου. Οι κάλυκες αποκάλυψαν ότι γύρω από την πρεσβεία πυροβολούσαν πολλά διαφορετικά όπλα: Enfield, τσεχικό Μ.58, Καλάσνικοφ, Μ.52-57 και, πιθανότατα, Browning. Υπήρχε όμως και ένα ακόμα. Είκοσι πέντε κάλυκες ήταν διαμετρήματος 7,62 ΝΑΤΟ και είχαν πυροδοτηθεί όλοι από το ίδιο αυτόματο FN. Από το ίδιο ακριβώς όπλο είχε προέλθει και ο κάλυκας που βρέθηκε στη σκαλωσιά του δεύτερου ορόφου της Αλπάν. Ακόμη σημαντικότερες ήταν οι βολίδες που είχαν φθάσει μέσα στην πρεσβεία και σκότωσαν τον Ντέιβις και τη Βαρνάβα. Από τις έξι βολίδες και θραύσματα που περισυνελέγησαν στο εσωτερικό, πέντε συνδέονταν με FN και μόνο το ένα με Καλάσνικοφ. Το FN, επομένως, άφησε το συντριπτικά ισχυρότερο βαλλιστικό αποτύπωμα στο εσωτερικό του κτιρίου.
Στο σημείο αυτό προκύπτει μια παράξενη αντίφαση. Μέσα στις δεκάδες καταθέσεις των ερευνών του 1974 και της δεύτερης έρευνας του 1976-77, το FN απουσιάζει. Κανένας μάρτυρας δεν ανέφερε ότι είδε ένοπλο να κρατά FN. Ένας πολίτης θα μπορούσε να μπερδέψει ένα Καλάσνικοφ με ένα τσεχικό Μ.58. Πολλοί μάρτυρες, όμως, ήταν αστυνομικοί και στρατιωτικοί, άνθρωποι εξοικειωμένοι με τα όπλα. Και το FN είναι εμφανισιακά διαφορετικό. Το όπλο που κυριαρχούσε στο φυσικό τεκμήριο ήταν σχεδόν αόρατο στο μαρτυρικό.
Τα Καλάσνικοφ και τα Τσέχικα ήταν τα όπλα προτίμησης της ΕΟΚΑ Β’, του Εφεδρικού, του σώματος που είχε συστήσει ο Μακάριος τη δεκαετία του 1970, και διάφορων ιδιωτικών ένοπλων ομάδων. Τις μέρες ειδικά μετά το πραξικόπημα και την εισβολή στην Κύπρο, αυτά τα δύο είδη τυφεκίων βρίσκονταν στα χέρια εκατοντάδων ενόπλων. Το ίδιο όμως δεν ισχύει με τα FN. Για την ακρίβεια, ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
Το FN FAL ήταν βελγικής κατασκευής και χρησιμοποιούσε φυσίγγιο 7,62×51 mm ΝΑΤΟ και δεν ήταν μέρος του οπλοστασίου της Εθνικής Φρουράς ή των προαναφερθέντων ένοπλων ομάδων στο νησί. Υπήρχε στην Κύπρο, αλλά σε περιορισμένο αριθμό. Η ΕΛΔΥΚ (Ελληνική Δύναμης Κύπρου) είχε παραλάβει βελγικά FN λίγο πριν το πραξικόπημα και τα είχε χρησιμοποιήσει κατά την πρώτη φάση της εισβολής. Υπήρχε όμως και δεύτερη πηγή. Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής είχε φθάσει από την Ελλάδα μικρή ποσότητα FN. Τα όπλα αυτά διανεμήθηκαν σε αξιωματικούς των Καταδρομών. Και έξω από την πρεσβεία, στις 19 Αυγούστου, βρισκόταν μια ομάδα υπό τις διαταγές αξιωματικού των Καταδρομών.
Τα στοιχεία δεν δείχνουν απλώς μια ομάδα εξαγριωμένων διαδηλωτών που πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα και, από μια εξαιρετικά απίθανη ακολουθία συμπτώσεων, σκότωσαν δύο ανθρώπους βαθιά στο εσωτερικό της πρεσβείας. Ένοπλοι πολίτες υπήρχαν πράγματι. Πυροβόλησαν και αυτοί. Ακριβώς γι’ αυτό η διαδήλωση παρείχε την ιδανική κάλυψη. Οι δράστες μπορούσαν να βρίσκονται μπροστά στα μάτια όλων και να περνούν απαρατήρητοι μέσα στο χάος. Η δολοφονία του Ντέιβις και της Βαρνάβα μπορεί να ήταν τυφλό πλήγμα ως προς το ποιον ακριβώς θα πετύχαιναν οι σφαίρες. Η επίθεση όμως δεν ήταν κατ’ ανάγκην τυχαία. Όταν δόθηκε η διαταγή «Βαράτε τους», εκείνοι που πυροβόλησαν γνώριζαν ότι μέσα στην πρεσβεία υπήρχαν άνθρωποι. Οι βολές τους μπορούσαν να σκοτώσουν οποιονδήποτε βρισκόταν εκεί.
Η δήλωση Καραμανλή
Η ισχυρότερη σύνδεση της δολοφονίας με τον μηχανισμό Ιωαννίδη ήρθε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της Ελλάδας. Αμέσως μετά τη δολοφονία, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωσε: «Το θλιβερόν αυτό γεγονός [η δολοφονία Ντέιβις] μου επιβάλλει να προειδοποιήσω, άπαξ και δια παντός, όλους τους Έλληνας, εντός και εκτός της Ελλάδος: Πράξεις βίας και αναρχικαί εκδηλώσεις, από οιαδήποτε ελατήρια και αν κινούνται, είναι καταδικαστέαι». Η αναφορά του σε Έλληνες «εκτός της Ελλάδος», σε δήλωση σχετικά με τη δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη στη Λευκωσία, δύσκολα περνά απαρατήρητη. «Εκτός της Ελλάδος», μόνο στην Κύπρο υπηρετούσαν τότε Ελλαδίτες στρατιωτικοί και στελέχη της ελληνικής ΚΥΠ. Η ίδια σύνδεση εμφανίστηκε την επομένη στον αθηναϊκό Τύπο. Τα Νέα κυκλοφόρησαν με τίτλο «Στην Ελλάδα και την Κύπρο έδρασαν οι προβοκάτορες». Το Βήμα συνέδεσε τα επεισόδια στην Αθήνα με τη δολοφονία του πρέσβη και έγραφε ότι «οι προβοκάτορες δεν εγκατέλειψαν τη μάχη».
Η κυβέρνηση Καραμανλή έβλεπε πίσω από τα επεισόδια μια προσπάθεια δημιουργίας τεχνητής αστάθειας, ώστε να δοθεί η πρόφαση επέμβασης σε στρατιωτικούς και αστυνομικούς. Πενήντα δύο χρόνια μετά, η δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται μόνο ως μια τραγική παρενέργεια της οργής που ξέσπασε στους δρόμους της Λευκωσίας. Οι προειδοποιήσεις πριν από την επίθεση, η παρουσία της ένοπλης στρατιωτικής ομάδας, η διαταγή να ανοίξει πυρ, η προσπάθεια να εξαφανιστεί η σχετική μαρτυρία και, πάνω απ’ όλα, το βαλλιστικό αποτύπωμα του FN συνθέτουν μια πολύ διαφορετική εικόνα.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ».